Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ιστορία και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία

Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην εκδήλωση την οποία διοργάνωσε η  «Τέχνη - Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, με θέμα «Ιστορία και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία» στις 06 Μαΐου 2014
Πώς αντιμετωπίζει ο μυθιστοριογράφος μια μεγάλη κρίση του καιρού του; Το ερώτημα τον τοποθετεί αργά ή γρήγορα μπροστά σε μια οφειλόμενη απάντηση. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται στην πεζογραφία ολοένα και περισσότερα μυθιστορήματα τα οποία αμέσως ή εμμέσως αναφέρονται στην κρίση της ελληνικής κοινωνίας. Ήδη, ο  Βαγγέλης Χατζηβασιλείου από το Σεπτέμβρη του 2010 επεσήμανε μια αλλαγή του τοπίου και στην λογοτεχνία. Την υποχώρηση του ατομικού και την εμφάνιση μυθιστορημάτων με έντονη πολιτική και κοινωνική χροιά.  Μετά από τέσσερα χρόνια μπορούμε νομίζω να πούμε ότι η εξέλιξη της πεζογραφικής παραγωγής επιβεβαίωσε την ορθότητα αυτής της παρατήρησης. Προσωπικά θεωρώ -όπως είχα αναφέρει και στο σχετικό  αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω πριν από δυο χρόνια-  ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη καμπή, σε μια στροφή της ελληνικής λογοτεχνίας. Μπροστά στο τέλος μιας περιόδου που ξεκίνησε περίπου το 1980 και τελειώνει στις μέρες μας. Με κύρια χαρακτηριστικά την εγκατάλειψη της πολιτικής, των ιδεολογιών και των  εθνικών μύθων, τη στροφή στην ατομικότητα και τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας. Αυτό δηλ. που πιο  εύστοχα στην ποίηση αποκλήθηκε «γενιά του ιδιωτικού οράματος».


Προοδευτικά, αλλά εμφανώς από τη δεκαετία του 80, - και μιλάμε πάντα για την κυρίαρχη εικόνα προφανώς υπάρχουν και οι εξαιρέσεις- παρατηρούμε να καταγράφεται μια υποχώρηση της πολιτικής και κοινωνικής διάστασης της μεταπολεμικής μας  λογοτεχνίας.  «Η περιπέτεια του Κιβωτίου» είχε λήξει και με κάποια υπερβολή περάσαμε στην αντίπερα όχθη του ιδιωτικού οράματος και της ατομικής μυθολογίας. Η επιτυχία, το σεξ, η κατανάλωση, το life style, η ελαφρότητα γνωρίσματα αρκετά κοινά μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και  τεχνοκρατικής κοινωνίας, ήρθαν στο προσκήνιο από μια νέα γενιά πεζογράφων με τη μορφή της παρωδίας και του κυνισμού. Από την άποψη αυτή το 1989 –παρά τον κομβικό  χαρακτήρα που του έχει αποδοθεί από αρκετούς κριτικούς στην Ελλάδα-  κατά την άποψή μου διαδραματίζει ψυχολογικό; κυρίως ρόλο, καθώς επικυρώνει τυπικά και ληξιαρχικά αυτό πού ήταν ήδη συντελεσμένο στο πεδίο των ιδεών χωρίς εντυπωσιασμούς και πτώσεις των τειχών. Ταυτόχρονα κατά τη δεκαετία του 80 χάνονται οι βολικές βεβαιότητες και τα ερμηνευτικά σχήματα του παρελθόντος, ενώ οι ποικίλες θεωρίες του τέλους  της μετανεωτερικής σκέψης έρχονται να καλύψουν να καλύψουν την ιστορική αμηχανία.

Όμως το γεγονός ότι χρεοκόπησαν οι μεγάλοι μύθοι της Ιστορίας και της πολιτικής δεν σημαίνει ότι καταργήθηκαν ούτε η Ιστορία ούτε η πολιτική. Κι αν από τη δεκαετία του 80 η ατομικότητα έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο -και παρά τις δηλωμένες προθέσεις των συγγραφέων- η Ιστορία υπομειδιά. Η αυταπάτη ότι η λογοτεχνία είναι μια νησίδα ανεπηρέαστη από άλλες πολιτισμικές ή κοινωνικές πρακτικές και το συγγραφικό εγώ παραμένει ερμητικά κλεισμένο στον εαυτό του και  αδιάβροχο από ιδεολογίες και κοινωνικές προκαταλήψεις δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική.

Τα κείμενα δεν είναι αθώα ιδεολογικών ή κοινωνικών πεποιθήσεων ακόμα και όταν υπαινίσσονται την άρνηση της πολιτικής, της ιδεολογίας, της ιστορίας. «Το ζήτημα- όπως γράφει το Τέρι Ηγκλετον - δεν είναι να συζητήσουμε αν η “λογοτεχνία” θα έπρεπε να συνδέεται με την “ιστορία” ή όχι· το ζήτημα είναι οι διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας της ιστορίας».

Εκείνο το οποίο, όμως,  σαφώς έχει αλλάξει είναι ο τρόπος πρόσληψης και ανάγνωσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Ενώ μέχρι τη δεκαετία του 70, παρά τα επιμέρους ρεύματα, έδινε τον τόνο η λογοτεχνία η οποία αναζητούσε μια «ποιητική και πολιτική ηθική» με φόντο τους εθνικούς και ιδεολογικούς μύθους,  την τριακονταετία 1980-2010 δεν εντασσόταν σε κανένα συλλογικό ορίζοντα ή σχέδιο, αλλά φιλτράρονταν μέσα  από τον καθημερινό μικρόκοσμο. Αναζητούσε την αλήθεια υπαρξιακά. Εκεί  που παλιότερα κυριαρχούσε η ιδεολογική ανάγνωση της πραγματικότητας, τώρα προκρίνονταν  η βιωματική.